Ήταν μια περίοδος που η ζέστη ήταν τόσο πηχτή που δεν μπορούσες να κουνηθείς.
Τα δέρματα,τα μάτια και τα χείλη μας ήταν υγρά.
Το κεφάλι μας βαρύ
και τα βλέφαρά μας ασήκωτα.
Ήταν μια περίοδος που δεν είχαμε τη δύναμη να μιλήσουμε.
Εξοικονομούσαμε δυνάμεις απ' όπου μπορούσαμε.
Δεν περπατάγαμε παρά μόνο αν ήταν απαραίτητο.
Κανείς δεν έκανε έρωτα πια.
Μόνο βλέμματα ανταλλάζαμε.
Οι υπηρεσίες,τα μαγαζιά,τα φαγάδικα ήταν όλα κλειστά.
Οι δρόμοι άδειοι.
Κανείς δεν πήγαινε στη δουλειά του.
Ούτε οι υπάλληλοι της ΔΕΗ.
Γι'αυτό δεν είχαμε ούτε ρεύμα,ούτε ανεμιστήρες, ούτε κλιματιστικά,ούτε ψυγεία,ούτε παγωμένο νερό.
Τρώγαμε μόνο κονσέρβες που ΄χαν μείνει στα ντουλάπια μας.
Φασόλια,σούπες,ντολμαδάκια.
Όλη η πόλη είχε κυριευτεί απ'την αδράνεια.
Η ζέστη είχε παραλύσει κάθε μας σκέψη.
Είχε κοπεί η όρεξη μας για οτιδήποτε.
Απλά συνεχίζαμε να υπάρχουμε μέχρι να υποχωρήσει ο καύσωνας.
Γι'αυτό και τίποτα αξιόλογο δεν συνέβη εκείνη την περίοδο
και συνεπώς δεν έχει νόημα να συνεχιστεί αυτή η ιστορία.