Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

όπως κάθε φορά.

sp 023
ψηλαφίζει μες στον ύπνο του το στρώμα κάτω απ'τα σκεπάσματα και το χέρι του ξαφνιάζεται απ'τα παγωμένα σεντόνια.ανοίγει τα μάτια του και σηκώνεται.τα γυμνά του πόδια ακουμπούν στο πάτωμα ψαχουλευτά μέχρι να βρει τις παντόφλες.το σπίτι είναι κρύο.φοράει τη ρόμπα του.τα χέρια του γλιστράνε αργά κάτω απ'τα μανίκια.σηκώνεται.τα γόνατα του τρίζουν.περπατά στα σκοτεινά μες στο σπίτι.δεν χρειάζεται να ανάψει φως.ξέρει αυτό το σπίτι μια ζωή τώρα.βλέπει τη φωτεινή χαραμάδα κάτω απ'την πόρτα.ακουμπάει το πόμολο.στέκεται.σιωπή από μέσα.κατεβάζει το πόμολο κι ανοίγει την πόρτα αργά.είναι εκεί.κουλουριασμένη στο καπάκι της λεκάνης.με τα πόδια γυμνά.γονατίζει να 'ρθει στο ύψος της.της μαζεύει τα μαλλιά πίσω από το αυτί.της τραβάει μαλακά τη φωτογραφία απ'τα μακριά της δάχτυλα.την αγκαλιάζει.νιώθει την ανάσα της στο στήθος του.της χαϊδεύει την πλάτη.την σηκώνει όρθια.της τραβάει ψηλά τη νυχτικιά της απαλά για να τη βγάλει.γεμίζει με ζεστό νερό την μπανιέρα.γυρνάει πάλι σ'αυτήν.που τρέμει ακίνητη πάνω στα παγωμένα πλακάκια.για λίγη ώρα κοιτιούνται στα μάτια και μόνο ο ήχος του νερού ακούγεται που πέφτει με πίεση στη μπανιέρα.της βγάζει το βρακί.παρατηρεί το ξεχειλωμένο της δέρμα.πότε χαράχτηκαν όλες αυτές οι ρυτίδες ούτε που κατάλαβε.πού ήταν αυτός;εύχεται να τις είχε καταγράψει όλες μία προς μία.μέρα προς μέρα.να είχε ένα χάρτη του κορμιού της.να μην ήταν απλά ρυτίδες.να ταν διαδρομές που κάνανε μαζί.την τραβάει μαλακά στη μπανιέρα.τη βλέπει να βυθίζεται στο νερό όπως λυγίζει τα πόδια της.της λούζει τα μαλλιά.και της τρίβει την πλάτη με το σφουγγάρι.ύστερα πάλι θα την σκουπίσει.και μετά θα την ντύσει.όπως κάθε φορά από τότε.θα την βάλει να ξαπλώσει.θα την σκεπάσει.θα κουρνιάσει δίπλα της και θα απλώσει το χέρι του στη μέση της να 'ναι σίγουρος πως αναπνέει.κι ύστερα θα ρθει το πρωί.κι όλα θα κυλούν ήρεμα.σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα.μόνο οι νύχτες είναι δύσκολες.