είχα υπερένταση
οι σαγιονάρες μου χτυπούσαν νευρικά το βρεγμένο τσιμέντο της αυλής
η αδερφή μου διάβαζε στην αιώρα
η μάνα μου κοίταζε επίμονα στο κενό
η γιαγιά μου ανοιγόκλεινε το στόμα της και σημείωνε τα δευτερόλεπτα με τον ήχο του σάλιου της
ο μπαμπάς έκανε λίστα με τα πράγματα που θέλανε
ρώτησε ποιός έχει όρεξη να τον συνοδέψει
είπα εγώ έχω όρεξη για βόλτα με το αυτοκίνητο
μου πε θα πήγαινε μόνο μέχρι το μπακάλικο δίπλα
συνέχισα να κουνάω νευρικά τα πόδια μου
κάποιος με πήρε τηλέφωνο και βγήκα απ'το σπίτι για να μιλήσω
γύρισα και μάζεψα τα πράγματά μου για να την κάνω για τον μώλο
μόλις βγήκα άκουσα την γιαγιά των διδύμων να μιλάει κάπου κοντά μου
δεν είχα καμία όρεξη να με ζουμπήξει στα βυζιά της και να με με φιλάει με βία στο μέτωπο
βρώμαγε χωριατίλα κι εδώ που τα λέμε με φόβιζε και λίγο
περπάτησα γρήγορα σέρνοντας τάχα αδιάφορα τις σαγιονάρες μου στην άσφαλτο
προσπέρασα δύο αγοράκια που φώναζαν από μακριά ο ένας στον άλλον
τα είδα με την άκρη του ματιού μου να με ακολουθάνε μέχρι τα βράχια
κάθισα στον συνηθισμένο μας βράχο και τα αγοράκια για κάποιο λόγο έφυγαν
γύρισα την πλάτη μου στο χωριό και κοίταζα την αδιάφορη γραμμή μεταξύ ουρανού και θάλασσας
προσπάθησα να εναρμονιστώ με το περιβάλλον μου
μηδένισα την συνείδηση μου κι αύξησα την συγκέντρωση μου σ'αυτά που μου συνέβαιναν έξω μου
μπορούσα τώρα να προσανατολίσω του ήχους που έρχονταν
τα σχεδόν ακίνητα κύματα γύρω μου
κάτι φωνές απ'την οικογένεια που μένει στον παλιό μώλο πίσω μου
τον ήχο της μπάλας του μπάσκετ των παιδιών τους
ένα πριόνι από κάπου στον λόφο απέναντι
δυο τρία σκυλιά να γαβγίζουν μακριά πίσω μου
τα μεμονωμένα αυτοκίνητα που περνούσαν απ'την προβολή της θέσης μου στην ευθεία του δρόμου
και τα τζιτζίκια διάσπαρτα δεξιά μου
έβαλα τα πόδια μου στο νερό κι έστριψα τον τελευταίο μπάφο
ξάπλωσα στον βράχο για να τον πιω
κάποια στιγμή άκουσα άγνωστα βήματα που δεν τα είχα καταχωρήσει στους χαρτογραφημένους ήχους
γύρισα κι είδα την μαυρισμένη πλάτη του γυμνασμένου μεσήλικα που όπως φαινόταν άνηκε η βάρκα που μπήκαμε κρυφά χτες το βράδυ
σκέφτηκα πως ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί ερωτικά πολύ μεγαλύτερο μου άντρα εκτός από αυτόν τον μπάροουζ μπεκρή του χωριού που σηκώθηκε να χορέψει ζεϊμπέκικο χτες στο πανηγύρι
μου φαίνονταν αδιάφοροι
αναπόφευκτα πέρασε απ'το μυαλό μου να του ζητήσω να ανέβω για βόλτα στην βάρκα του
δυστυχώς είχα ακόμα ένα μπάφο στα χέρια μου
γύρισα πίσω να κοιτάξω φοβισμένη μη φύγει
ήπια γρήγορα τον περισσότερο και πέταξα τον υπόλοιπο στη θάλασσα
σηκώθηκα και του πα να του κάνω μια ερώτηση
γύρισε ξαφνιασμένος
τον ρώτησα αν θα φευγε για ώρα
μου πε πως δεν θα φευγε καθόλου είχε έρθει μόνο για να βάλει βενζίνη
του πα αα κρίμα είχα όρεξη να πάω βόλτα με την βάρκα
είπα πως δεν πείραζε άλλη φορά
με ρώτησε τίνος είμαι
του απάντησα όπως είχα συνηθίσει να αυτοπροσδιορίζομαι στο χωριό
μου πε όχι αύριο είναι αργία από μεθαύριο αν σε πετύχω
του πα ναι ναι και γύρισα στον βράχο μου
και βόλτα δεν πήγα και έδωσα τα πλήρη στοιχεία αναλαμβάνοντας την ευθύνη των παρορμήσεων μου
ένιωσα πως ήθελα να το πω σε κάποιον
εκείνη ήταν διακοπές με τους φίλους μας κι είχαμε καιρό να μιλήσουμε καλά
εσύ δεν ξέρω δεν είχα όρεξη να σου μιλήσω για μένα
μετά από αυτά που μου πες για σένα
τον μπαμπά τον απέκλεια γιατί αυτό θα ενίσχυε τις σχέσεις εξουσίας
μεταξύ παιδιού που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή και πατέρα
είπα γάμα το θα το γράψω κι άρχισα να γράφω
κι έγραφα
μέχρι που μετά από λίγο σκοτείνιασε και δεν έβλεπα πια
και σηκώθηκα να φύγω ανολοκλήρωτη