Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

στην κρυψώνα ΑΔ117 με την αγάπη ΜΓ001

ευχόμουν να τράβαγες φωτογραφίες όλα τα μέρη που έχεις πάει 
αλλά δεν στο πα γιατί ήμουν σίγουρη πως θα με κοροϊδέψεις
κι έτσι όλα τα μέρη που χεις πάει δεν θα τα μάθει κανείς
αν δεν σου ανοίξει το κεφάλι

πάντα ξέρεις τις καλύτερες κρυψώνες και με πας 
και σκαρφαλώνουμε πηδάμε κάγκελα ανεβαίνουμε λοφάκια μπαίνουμε σε αυλές 
και ποτέ δεν μας βλέπει κανείς
μιλάμε τα λέμε όλα τα λέμε πια όλα και κάθε φορά δοκιμάζουμε τι άλλο μπορούμε να πούμε
ποτέ δεν λέμε αυτά που θες να πούμε ποτέ δεν κάνουμε αυτά που θες να κάνουμε
πάντα εγώ πρέπει να φύγω πάντα φοβάμαι όταν σε φιλάω κι οπισθοχωρώ από εκεί που 
όπου να ναι θα σκάσει τσουνάμι 
το νιώθω στο κορμί σου που τρέμει


κι ύστερα δεν βλεπόμαστε για πολύ καιρό
πάλι κυρία ενοχικούλα εγώ πάλι θα αποφασίσεις να με κόψεις εσύ
πάλι θα προτιμήσω να κάνω γκράφιτι κάτω απ'την πόρτα σου
απ΄το να σου πω συγνώμη αντικριστά
τι συγνώμη
συγνώμη που δεν μπορούσα να σου μιλήσω στο τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή
τι άλλο συγνώμη
δεν ξέρω τι άλλο συγνώμη
συγνώμη που δεν κάνουμε αυτά που θες να κάνουμε

αυτά που θες να πούμε δεν τα λέμε αλλά υπάρχουν
κάθονται αναμεσά μας κάτω απ'τα πεύκα
κάτω απ'το κεφάλι σου στα πόδια μου
σου πειράζω τα μαλλιά σαν να ακουμπάω εξωγήινο
ή να μαι εγώ εξωγήινος είμαστε σίγουρα εξωγήινες
κι εσύ πάντα θα σαι η μουν γούμαν

σηκώνομαι να φύγω κι εσύ αποφασίζεις να κάτσεις κι άλλο στα σκοτάδια
δεν ανησυχώ αν θα είσαι εντάξει γιατί όποιος διαβάζει αυτήν την ιστορία
βλέπει πως δεν έχει μείνει κάτι άλλο να πληγωθεί
και φοβάται ότι ποτέ δεν θα επουλωθεί 
αλλά σε βλέπει να τρέχεις 
απ'το βαρδάρη μέχρι το σπίτι με ανοιχτές τις πληγές σαν να θες να τις στεγνώσεις
και ξέρει πως δεν θες κάτι άλλο 
όποτε τρέμει η καρδιά σου ρίχνεις μια τρεχάλα και δεν θες κάτι άλλο

έτσι λέω στον εαυτό μου και γυρίζω στη γη
διασχίζω άδειους δρόμους και γυρίζω σπίτι
στην κανονική μου ζωή
ύστερα έρχεται αυτός
κι όλο φτερνίζεται 
του φέρνω αλλεργία
ναι κυλιόμουν στα πάρκα
της τα λεγα να μην κάτσουμε τόσο κοντά στα πεύκα




Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

σκουφάκι στον υμηττό

η μία μέρα που κατέβηκα σβήνει με μπλέρ στο μυαλό μου σαν θολά τζάμια αυτοκινήτου
δεν είμαι σίγουρη τι έγινε και τι ονειρεύτηκα  κοιμήθηκα στα σκαλάκια έτσι όπως κάτσαμε 2 λεπτά 
κι ύστερα στο αυτοκίνητο μέχρι να φτάσουμε και εκείνες τις ώρες που ούτε καταλάβαμε 
πως μας πήρε ο ύπνος και ξυπνήσαμε πιασμένοι σ'αυτό το λιβάδι   
τι ήταν πάλι αναρωτιόμασταν τις προάλλες 
τι είναι το λιβάδι ποια  η κοιλάδα η πεδιάδα ποιο το οροπέδιο     
ήταν που το ζήσαμε όλοι εμείς κι ο κόσμος σε κείνη την εκδρομή κι εμείς με τα αγόρια και τα κορίτσια  όλοι το λέγανε 
γινόσουν ο εαυτός σου πάλι όταν βρισκόσουνα στη φύση τι πράγμα κι αυτό χταποδάκι μου   
στη σχολή πάντως είπαν σήμερα πως το δάσος δεν έχει πλατεία έχει ξέφωτο άρα κι εμείς σε  ξέφωτο 
πρέπει να μασταν ξέφωτο υμηττού όχι πλατεία  ότι πιο μακριά απ'την αθήνα για να σαι ο εαυτός σου 
μου πες μαλάκα δεν είναι λίγα χιλιόμετρα αυτά που κάνουμε και έτσι πήγαμε μίνι εκδρομή 
σα να το σκάμε με κάμπριο του γκοντάρ άρχισα να σου τραγουδάω εκεί ψηλά εκεί ψηλά εκεί ψηλά 
στον υμηττό υπάρχει κα υπάρχει κα υπάρχει κάποιο μυστικό  όσο ανεβαίναμε κι εσύ είπες πω μαλάκα 
κι άρχισες να το τραγουδάς αλλά σε άλλο ρυθμό το ξέραμε κι οι 2 διαφορετικά 
αλλά εκεί ψηλά εκεί ψηλά υπάρχει κάποιο μυστικό κι αυτό δεν αλλάζει     
υπήρξε γεγονός οι θέσεις μας διαπέρασαν σαν βελονιές το χώμα όπως όλες οι φορές που ανέβηκα στον υμηττό 
όλες οι τρύπες που άνοιξε η βελόνα μας  όλα τα σημεία που θυμάμαι όσο περνάμε τώρα με το αυτοκίνητο 
κέντημα που πέρνει μια ζωή να τελειώσει
μπήξαμε μερικές ακόμα αναμνήσεις ανάμεσα στις κεραίες του υμηττού
να τις βλέπουμε από μακριά όταν τις κοιτάμε να θυμόμαστε    
βόλτες = μίνι διακοπές= χώρος των φίλων  
και μια μέρα που θα γεράσουμε θα κοιτάξουμε ξανά την πόλη από ψηλά 
και θα δεις θα την χουμε ντύσει όλη με ζιμπουνάκια 


Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

εγώ τα χέρια μου τα κορίτσια μου ο καιρός

συναισθηματικός κυνισμός στα αδιέξοδα
τα αφήνω κάτω και γυρνάω για το σημείο που έστριψα λάθος
δεν αφήνω κανέναν να με φορτώσει
τολμώ να ελπίζω ότι γίνεται

γυρνάω μόνη τα χαράματα
λατρεύω τα πεζοδρόμια και τους τοίχους

βήματα χωρίς αιτιολόγηση
τώρα περπατάω χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσω

η μόνη ευθύνη που πέρνω πια
είναι να προειδοποιώ

ανάβω φλας
κάνω παρακάμψεις για να αποφύγω να διασχίσω ενοχικές γειτονιές

τα δάχτηλά μου κρατάνε τον ρυθμό στο γοφό μου

εκτός από το χέρι σου δεν κρατάω τίποτε άλλο
είσαι το δισάκι μου στον ώμο
περπατάω με τα χέρια ελεύθερα
να χτυπάνε παλαμάκια τις στιγμές εσωτερικού ενθουσιασμού
να σφίγγονται και να τρυπώνουν στις τσέπες όποτε είμαι μαζί σου
και κρύβονται ατσούμπαλα να τα προσέξεις
να τα πιάσεις να τα βγάλεις απ'τις τσέπες να τα ακουμπήσεις πάνω σου
μέχρι τότε ακολουθούν το σώμα μου να χορεύει
στο άθροισμα των εικόνων που με κάνουν να λατρεύω σιωπηλά
τα κορίτσια μου
και τις ορμόνες που απελευθερώνουμε στο χώρο

δεν κρατάνε τώρα μόνο χαιδεύουνε μπλέκονται και τρίβονται

ο καιρός μας είπαν θα ναι τυχερός
το δισάκι ανοίγει και απλώνεται από πάνω μας