Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

μεγάλη πέμπτη μεσημέρι

κι εγώ θα ζελεδιάζω κάτω απο μια σκιά στον εθνικό κήπο καπνίζοντας τον καπνό που λίγες ώρες πριν οι γονείς μου θα ρώταγαν αν κάνω νιώθωντας τόσο μπροστά γονείς και περιμένοντας πως με ανέθρεψαν σωστά και θα απαντούσα με ειλικρίνεια στην ερώτησή τους και γω φυσικά δεν θα τους απογοήτευα γιατί θα βαριόμουν να το παίξω πάλι το καλό παιδί όσο κι αν θα διασκέδαζα να ζήσω κρυφά τον μύθο μου και καθυστερημένα για να είμαστε ειλικρινής τώρα στα γεράματα του να κάνεις κάτι απαγορευμένο και θα χτυπούσε το τηλέφωνο κι η μαμά μου θα με ρώταγε αν είμαι ακόμα στο κέντρο αν ήθελα να με γύριζε με το παπάκι της και γω θα της έλεγα μα ναι φυσικά γιατί προφανώς και θα βαριόμουν να ξανακάνω την χιλιοφορεμένη διαδρομή ζάππειο-σπίτι όσο κι αν έλεγα πως μου λειψε η βρωμοαθήνα κι ύστερα θα χτύπαγε το τηλέφωνο και θα ταν ο μπαμπάς αυτή τη φορά και θα με καλούσε στο ελλάς που έπινε ρακές με την σκύλα κι αφού βεβαιωνόμουν ότι όντως ήταν μόνος θα τον διαβεβαίωνα πως ναι ξεκινάω τώρα και στο δρόμο θα καθόμουν σ'αλλη μία σκιά να τελειώσω το τσιγάρο μου γιατί ήξερα πως όσο κι αν πέθαινε να καπνίσουμε μαζί και να πίνουμε ρακές δεν θα τον άφηναν τα πατρικά του καθήκοντα να μου το επιτρέψει από τώρα κι εκεί θα παραχωρούσα την σκιερή μου θέση στην αξιοπρεπέστατη άστεγη που έψαχνε παγκάκι να κοιμηθεί κι επειδή δεν ξέρω αν σας το  πα είμαι πολύ καλό παιδί θα αρνιόμουν το φτηνό τσιγάρο του ενός ευρώ που θα μου πρόσφερε αλλά καθαρά από ευγένεια κι αγάπη και περιέργεια θα την ρώταγα αν την βολεύαν οι πλατφόρμες που φορούσε στο περπάτημα κι εκείνη θα απολογούνταν λέγοντας πως της τα χάρισαν,πως εκεινής της άρεσαν τα φλατ παπούτσια και θα πάλευα φανερά μέσα μου να μην βγάλω να της δώσω τα ολοκαίνουργια πάνινα δεκάευρα παπούτσια μου για να μην χαλάσω αυτήν την σχέση που είχαμε αρχίσει να αναπτύσσουμε μεταξύ μας κι εκτός των άλλων κακά τα ψέματα ήταν τα καινούργια μου παπούτσια κι έτσι θα πέρναγε ώρα πολλή ανταλλάσσοντας κουβέντες συμπάθειας με την αξιοπρεπέστατη σαραντατριάχρονη και γοητευτικότατη άστεγη μέχρι να θυμηθώ πάλι τον μπαμπά μου που θα καθόταν μόνος με την σκύλα στο ελλάς και θα με περίμενε διαβάζοντας εφημερίδα και να πεταχτώ σαν ελατήριο απ'τη θέση μου χαιρετώντας την καινούργια μου φίλη που θα τελείωναν τα βάσανά της μετά από τέσσερα χρόνια στο δρόμο γιατί επιτέλους τον αύγουστο θα παιρνε σύνταξη οχτακόσια ευρώ και θα νοίκιαζε μια αξιοπρεπέστατη γκαρσονιερούλα στην χαριλάου τρικούπη για διακόσια ευρώ και να αρχίσω να τρέχω μέστη ζέστη για να μην στήσω άλλο τον μπαμπά μου κατεβάζοντας πάντα με μεγάλη συχνότητα το κοντό μου σορτσάκι που άφηνε γυμνά τα μπούτια μου και θα φτανα στον μπαμπά μου λαχανιασμένη,θα με κέρναγε ρακί και νερό και θα άρχιζε σχεδόν αμέσως να μου παραδίδει μαθήματα ζωής κάνοντας απολογισμό των πόσων πολλών πραγμάτων έκανα μέσα σε έξι μήνες συμβουλεύοντας με πως θα πρεπε να ηρεμήσω και να το απολάυσω γιατί πιθανότατα δεν θα χω αυτή την πολυτέλεια για πολύ ακόμα λόγω των οικονομικών μας προβλημάτων και για την μανία μου να φύγω μακριά τους λες και ήμουν τρομερά καταπιεσμένη και γω θα του λεγα μπαμπά μίλησα με την άστεγη έχω υπόψην μου πως υπάρχουν αληθινά προβλήματα σαυτή τη ζωή και θα βρισκα την ευκαιρία να του μιλήσω για όλα αυτά που θελα να του πω τόσο καιρό για τις ανασφάλειες που γεμίζει η παρουσία του με αυτές τις γκριμάτσες αποδοκίμασίας κάθε φορά πριν προλάβουμε να ολοκληρώσουμε τις σκέψεις μας τόσο εγώ όσο και η αδερφή μου κι αυτός θα προσπαθούσε να καλυφτεί πάλι σημειώνοντας πως ποτέ δεν καυχήθηκε πως είναι κάποιος θεός κι εγώ θα του λεγα ναι αλλά είσαι ο μπαμπάς μας κι αυτός θα μου λεγε ιστορίες για τον κουλ θείο του που τον άφηνε να καπνίζει και να πίνουν λίτρα ρακής τρώγωντας καβουρομεζέδες και θα μου λεγε άντε στρίψε δύο-ένα και για αυτόν-κι η μαμά θα φτανε εκείνη την στιγμή και θα κανε κι αυτή γκριμάτσες αποδοκιμασίες-όχι του ίδιου τύπου- αλλά θα αφηνόταν πιστεύοντας πως ο μπαμπάς ξέρει να το διαχειριστεί καλύτερα κοιτάζοντας με την άκρη του ματιού της το παιδί της που καπνίζει κι ο μπαμπάς θα μου έδινε συγχαρητήρια για τον καλό καπνό μου κι η μαμά θα τον αγριοκοίταζε και θα λατρεύαμε ο ένας τον άλλον σιωπηλά και μ'απωθημένα χαρούμενοι που όλοι είμαστε όλοι μαζί πάλι και μεγαλώνουμε και γερνάμε κι ωριμάζουμε και γεροπαραξενεύουμε κι ο καιρός θα ναι τόσο καλοκαιρινός και θα χουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο να σιχαθούμε ο ένας τον άλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: